Thursday, October 27, 2011

Ἡ πορεία πρὸς τὸ μέτωπο


Τιμὴ σ’ ἐκείνους ὅπου στὴν ζωή των
ὥρισαν καὶ φυλάγουν Θερμοπύλες.

K.Π. Καβάφης


ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ τ’ Ἁγιαννιοῦ, μὲ τὴν αὔριο τῶν Φώτων, λάβαμε τὴ διαταγὴ νὰ κινήσουμε πάλι μπροστά, γιὰ τὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ σκόλες. Ἔπρεπε, λέει, νὰ πιάσουμε τὶς γραμμὲς ποὺ κρατούσανε ὡς τότε οἱ Ἀρτινοί, ἀπὸ Χειμάρρα ὡς Τεπελένι. Λόγῳ ποὺ ἐκεῖνοι πολεμούσανε ἀπ’ τὴν πρώτη μέρα, συνέχεια, κι εἶχαν μείνει σκεδὸν οἱ μισοὶ καὶ δὲν ἀντέχανε ἄλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας εἴχαμε μεῖς πιὸ πίσω, στὰ χωριά. Κι ἀπάνω ποὺ συνήθιζε τ’ αὐτί μας πάλι στὰ γλυκὰ τριξίματα τῆς γῆς, καὶ δειλὰ συλλαβίζαμε τὸ γάβγισμα τοῦ σκύλου ἢ τὸν ἀχὸ τῆς μακρινῆς καμπάνας, νά ποὺ ἦταν ἀνάγκη, λέει, νὰ γυρίσουμε στὸ μόνο ἀχολόι ποὺ ξέραμε: στὸ ἀργὸ καὶ στὸ βαρὺ τῶν κανονιῶν, στὸ ξερὸ καὶ στὸ γρήγορο τῶν πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στὴ νύχτα βαδίζαμε ἀσταμάτητα, ἕνας πίσω ἀπ’ τὸν ἄλλο, ἴδια τυφλοί.  Μὲ κόπο ξεκολλῶντας τὸ ποδάρι ἀπὸ τὴ λάσπη, ὅπου, φορές, ἐκαταβούλιαζε ἴσαμε τὸ γόνατο. Ἐπειδὴ τὸ πιὸ συχνὰ ψιχάλιζε στοὺς δρόμους ἔξω, καθὼς μὲς στὴν ψυχή μας. Καὶ τὶς λίγες φορὲς ὅπου κάναμε στάση νὰ ξεκουραστοῦμε, μήτε ποὺ ἀλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροὶ καὶ ἀμίλητοι, φέγγοντας μ’ ἕνα μικρὸ δαδί, μία–μία ἐμοιραζόμασταν τὴ σταφίδα.  Ἢ φορὲς πάλι, ἂν ἦταν βολετό, λύναμε βιαστικὰ τὰ ροῦχα καὶ ξυνόμασταν μὲ λύσσα ὧρες πολλές, ὅσο νὰ τρέξουν τὰ αἵματα. Τὶ μᾶς εἶχε ἀνέβει ἡ ψείρα ὡς τὸ λαιμό, κι ἦταν αὐτὸ πιὸ κι ἀπ’ τὴν κούραση ἀνυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ἀκουγότανε στὰ σκοτεινὰ ἡ σφυρίχτρα, σημάδι ὅτι κινούσαμε, καὶ πάλι σὰν τὰ ζὰ τραβούσαμε μπροστὰ νὰ κερδίσουμε δρόμο, πριχοῦ ξημερώσει καὶ μᾶς βάλουνε στόχο τ’ ἀεροπλάνα. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν κάτεχε ἀπὸ στόχους ἢ τέτοια, κι ὅπως τό ’χε συνήθειο του, στὴν ἴδια πάντοτε ὥρα ξημέρωνε τὸ φῶς.

Τότες, χωμένοι μὲς στὶς ρεματιές, γέρναμε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ μέρος τὸ βαρύ, ὅπου δὲ βγαίνουνε ὄνειρα. Καὶ τὰ πουλιὰ μᾶς θύμωναν, ποὺ δὲ δίναμε τάχα σημασία στὰ λόγια τους — ἴσως καὶ ποὺ ἀσκημίζαμε χωρὶς αἰτία τὴν πλάση.  Ἄλλης λογῆς ἐμεῖς χωριάτες, μ’ ἄλλω λογιῶ ξινάρια καὶ σιδερικὰ στὰ χέρια μας, ποὺ ξορκισμένα νά ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, εἴχαμε μεῖς πιὸ πίσω στὰ χωριὰ κοιτάξει σὲ κατρέφτη, ὧρες πολλές, τὸ γύρο τοῦ προσώπου μας. Κι ἀπάνω ποὺ συνήθιζε ξανὰ τὸ μάτι μας τὰ γνώριμα παλιὰ σημάδια, καὶ δειλὰ συλλαβίζαμε τὸ χεῖλο τὸ γυμνὸ ἢ τὸ χορτάτο ἀπὸ τὸν ὕπνο μάγουλο, νά ποὺ τὴ δεύτερη τὴ νύχτα σάμπως πάλι ἀλλάζαμε, τὴν τρίτη ἀκόμη πιὸ πολύ, τὴν ὕστερη, τὴν τέταρτη, πιὰ φανερό, δὲν ἤμασταν οἱ ἴδιοι. Μόνε σὰ νὰ πηγαίναμε μπουλούκι ἀνάκατο, θαρροῦσες, ἀπ’ ὅλες τὶς γενιὲς καὶ τὶς χρονιές, ἄλλοι τῶν τωρινῶν καιρῶν κι ἄλλοι πολλὰ παλιῶν, πού ’χαν λευκάνει ἀπ’ τὰ περίσσια γένια.  Καπεταναῖοι ἀγέλαστοι μὲ τὸ κεφαλοπάνι, καὶ παπάδες θερία, λοχίες τοῦ 97 ἢ τοῦ 12, μπαλτζῆδες βλοσυροὶ πάνου ἀπ’ τὸν ὦμο σειώντας τὸ πελέκι, ἀπελάτες καὶ σκουταροφόροι μὲ τὸ αἷμα ἐπάνω τους ἀκόμη Βουργάρων καὶ Τουρκῶν.  Ὅλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους ἀμέτρητους ἀγκομαχῶντας πλάι–πλάι, διαβάναμε τὶς ράχες, τὰ φαράγγια, δίχως νὰ λογαριάζουμε ἄλλο τίποτε.  Γιατὶ καθὼς ὅταν βαροῦν ἀπανωτὲς ἀναποδιὲς τοὺς ἴδιους τοὺς ἀνθρώπους πάντα, συνηθᾶν ἐκεῖνοι στὸ Κακό, τέλος τοῦ ἀλλάζουν ὄνομα, τὸ λὲν Γραμμένο ἢ Μοίρα — ἔτσι κι ἐμεῖς ἐπροχωρούσαμε ἴσια πάνου σ’ αὐτὸ ποὺ λέγαμε Κατάρα, ὅπως θὰ λέγαμε Ἀντάρα ἢ Σύγνεφο.  Μὲ κόπο ξεκολλῶντας τὸ ποδάρι ἀπὸ τὴ λάσπη ὅπου φορὲς ἐκαταβούλιαζε ἴσαμε τὸ γόνατο.  Ἐπειδὴ τὸ πιὸ συχνά, ψίχαλιζε στοὺς δρόμους ἔξω καθὼς μὲς στὴν ψυχή μας.

Κι ὅτι ἤμασταν σιμὰ πολὺ στὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ σκόλες, μήτε ἀρρώστους καὶ γερούς, μήτε φτωχοὺς καὶ πλούσιους, τὸ καταλαβαίναμε.  Γιατὶ κι ὁ βρόντος πέρα, κάτι σὰν καταιγίδα πίσω ἀπ’ τὰ βουνά, δυνάμωνε ὁλοένα, τόσο ποὺ καθαρὰ στὸ τέλος νὰ διαβάζουμε τὸ ἀργὸ καὶ τὸ βαρὺ τῶν κανονιῶν, τὸ ξερὸ καὶ τὸ γρήγορο τῶν πολυβόλων. Ὕστερα καὶ γιατί, ὁλοένα πιὸ συχνά, τύχαινε τώρα ν’ ἀπαντοῦμε, ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος νά ’ρχονται, οἱ ἀργὲς οἱ συνοδεῖες μὲ τοὺς λαβωμένους.  Ὅπου ἀπιθώνανε χάμου τὰ φορεῖα οἱ νοσοκόμοι, μὲ τὸν κόκκινο σταυρὸ στὸ περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στὶς παλάμες, καὶ τὸ μάτι τους ἄγριο γιὰ τσιγάρο.  Κι ὅπου κατόπι σὰν ἀκούγανε γιὰ τὸ ποῦ τραβούσαμε, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι, ἀρχινῶντας ἱστορίες γιὰ σημεῖα καὶ τέρατα.  Ὅμως ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνὲς μέσα στὰ σκοτεινά, ποὺ ἀνέβαιναν, καυτὲς ἀκόμη ἀπὸ τὴν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἢ τὸ θειάφι.  «Ὄι ὄι, μάνα μου», «ὄι ὄι, μάνα μου», καὶ κάποτε, πιὸ σπάνια, ἕνα πνιχτὸ μουσούνισμα, ἴδιο ροχαλητό, πού ’λεγαν, ὅσοι ξέρανε, εἶναι αὐτὸς ὁ ρόγχος τοῦ θανάτου.

Ἦταν φορὲς ποὺ ἐσέρνανε μαζί τους κι αἰχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ὧρες πρίν, στὰ ξαφνικὰ γιουρούσια ποὺ κάναν τὰ περίπολα. Βρωμούσανε κρασὶ τὰ χνῶτα τους, κι οἱ τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ἢ σοκολάτες. Ὅμως ἐμεῖς δὲν εἴχαμε, ὅτι κομμένα τὰ γιοφύρια πίσω μας, καὶ τὰ λίγα μουλάρια μας κι ἐκεῖνα ἀνήμπορα μέσα στὸ χιόνι καὶ στὴ γλιστράδα τῆς λασπουριᾶς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριὰ οἱ καπνοὶ ποὺ ἀνέβαιναν μεριὲς–μεριές, κι οἱ πρῶτες στὸν ὁρίζοντα κόκκινες, λαμπερὲς φωτοβολίδες.

Ὀδυσσέα Ἐλύτη, Τὸ Ἄξιον Ἐστί (1960)

Friday, August 26, 2011

Ἕνας Ἕλληνας—ὁ Μακρυγιάννης


Ἤθελα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸν Μακρυγιάννη, τὸν ἥρωα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Εὐθὺς ὡς ἄρχισα νὰ διαβάζω τὰ ἀπομνημονεύματά του, πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ἐκέρδησε τὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμασμό μου μπορῶ νὰ πῶ. Τόσο μὲ τὸ περιεχόμενό τους, ὅσο καὶ μὲ τὴν γλῶσσα τους, τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη μὲ γοήτευσαν καὶ μὲ συνεκίνησαν πολύ.  Ὁ Μακρυγιάννης ἦταν ἀσφαλῶς ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικωτάτους ἀγωνιστὲς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ποὺ ἔδωσε σκληροὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῆς Ἑλλάδος, καὶ πλήρωσε τίμημα βαρὺ γι’ αὐτό.  Ὅμως τὰ διδάγματα τῶν ἀπομνημονευμάτων του ξεπερνοῦν τὰ ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀφηγήσεως κάποιων ἱστορικῶν γεγονότων. Ὁ Μακρυγιάννης σὲ πολλὰ σημεῖα αὐτῶν θίγει καὶ πραγματεύεται τὰ αἴτια τῶν δεινῶν, ποὺ ἐμάστιζαν τότε, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς, τολμῶ νὰ πῶ, ἀκόμη καὶ σήμερον τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ πῶς τελειώνουν τὰ ἀπομνημονεύματά του·

Κι’ ὅσα σημειώνω τὰ σημειώνω γιατὶ δὲν ὑποφέρνω νὰ βλέπω τὸ ἄδικον νὰ πνίγῃ τὸ δίκιον. Διὰ ’κεῖνο ἔμαθα γράμματα εἰς τὰ γεράματα καὶ κάνω αὐτὸ τὸ γράψιμον τὸ ἀπελέκητο, ὅτι δὲν εἶχα τὸν τρόπον ὄντας παιδὶ νὰ σπουδάξω· ἤμουν φτωχὸς κ’ ἔκανα τὸν ὑπηρέτη καὶ τιμάρευα ἄλογα κι’ ἄλλες πλῆθος δουλειὲς ἔκανα νὰ βγάλω τὸ πατρικό μου χρέος, ὁποῦ μᾶς χρέωσαν οἱ χαραμῆδες, καὶ νὰ ζήσω κ’ ἔγὼ σὲ τούτην τὴν κοινωνίαν ὅσο ἔχω τ’ ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ σῶμα μου.  Κι’ ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κάμῃ νεκρανάστασιν εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ τὴν λευτερώσῃ ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τῶν Τούρκων, ἀξίωσε κ’ ἐμένα νὰ δουλέψω κατὰ δύναμη λιγώτερον ἀπὸ τὸν χερώτερον πατριώτη μου Ἕλληνα.  Γράφουν σοφοὶ ἄντρες πολλοὶ, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι καὶ ξένοι διαβασμένοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα — ἕνα πρᾶμα μόνον μὲ παρακίνησε κ’ ἐμένα νὰ γράψω, ὅτι τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζὶ, καὶ σοφοὶ κι’ ἀμαθεῖς καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι· ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθεὶς, ἔχομεν νὰ ζήσωμεν ἐδῶ.  Τὸ λοιπὸν δουλέψαμεν ὅλοι μαζὶ, νὰ τὴν φυλᾶμεν κι’ ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ μὴν λέγῃ οὔτε ὁ δυνατὸς «ἐγὼ», οὔτε ὁ ἀδύνατος.  Ξέρετε πότε νὰ λέγῃ ὁ καθεὶς «ἐγώ»;  Ὅταν ἀγωνιστῇ μόνος του καὶ φκειάσῃ, ἢ χαλάσῃ, νὰ λέγῃ ἐγώ· ὅταν ὅμως ἀγωνίζονται πολλοὶ καὶ φκειάνουν, τότε νὰ λένε «ἐμεῖς».  Εἴμαστε εἰς τὸ ἐμεῖς κι’ ὄχι εἰς τὸ «ἐγώ».  Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μάθωμεν γνώση, ἂν θέλωμεν νὰ φκειάσωμεν χωριὸν, νὰ ζήσωμεν ὅλοι μαζί.  Ἔγραψα γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, νὰ ἰδοῦνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ν’ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν πατρίδα τους, διὰ τὴν θρησκεία τους, νὰ ἰδοῦνε καὶ τὰ παιδιά μου καὶ νὰ λένε· «Ἔχομεν ἀγῶνες πατρικοὺς, ἔχομεν θυσίες», ἂν εἶναι ἀγῶνες καὶ θυσίες.  Καὶ νὰ μπαίνουν σὲ φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐργάζωνται εἰς τὸ καλὸ τῆς πατρίδας τους, τῆς θρησκείας τους καὶ τῆς κοινωνίας.  Ὅτι θὰ εἶναι καλὰ δικά τους.  Ὄχι ὅμως νὰ φαντάζωνται γιὰ τὰ κατορθώματα τὰ πατρικὰ, ὄχι νὰ πορνεύουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταπατοῦν τὸν νόμον καὶ νἄχουν τὴν ἐπιρροὴ γιὰ ἱκανότη.

Ἀξίζει ἐπίσης νὰ ἀναφερθῇ ἡ γνώμη τοῦ Γιώργου Σεφέρη (Νόμπελ λογοτεχνίας 1963) περὶ τοῦ Μακρυγιάννη καὶ τῶν ἀπομνημονευμάτων του, ὡς λογοτεχνήματος (Ἕνας Ἕλληνας — ὁ Μακρυγιάννης, κεφάλαιο 3)·

Θὰ ἤθελα τώρα προτοῦ τελειώσω, νὰ συνοψίσω τὴ γνώμη μου γιὰ τὴν ἀξία τοῦ βιβλίου τοῦ Μακρυγιάννη.  Ἀκούσατε λίγες περικοπές του.  Εἶναι ἐλάχιστες καὶ ἀνεπαρκεῖς.  Ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσουν ὁπωσδήποτε μιὰ μικρὴ βάση γιὰ νὰ κρίνετε τὴν ἰδέα μου, ποὺ εἶναι ἡ ἀκόλουθη:  Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατὶ ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.

Thursday, August 25, 2011

Δύο κείμενα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς παραδοσιακῆς γραφῆς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας

(Ἀνατύπωσις ἀπὸ τὸν δικτυακὴ θέσι τῆς κινήσεως πολιτῶν γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος).

[Ἀπὸ τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικά, Ἴκαρος 1990.] 


Πῆρε νὰ χειμωνιάζει, πλήθυναν οἱ ἄδειες καρέκλες γύρω μου.  Ἔχω πιάσει γωνιὰ καὶ πίνω καφέδες, φουμέρνοντας ἀντικρὺ στὸ πέλαγος.  Θὰ μποροῦσα νὰ περάσω μιὰ ζωὴ ὁλόκληρη, ἂν δὲν τὴν ἔχω κιόλας περάσει. Ἀνάμεσα σὲ μιὰ παλιὰ ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη ἀπ’ τὸν ἥλιο κι ἕνα κλωναράκι γιασεμιοῦ τρεμάμενο· ποὺ ἔτσι καὶ συμβεῖ νὰ μοῦ λείψουν μιὰ μέρα, ἡ ἀνθρωπότητα ὅλη θὰ μοῦ φαίνεται ἄχρηστη. Σχεδὸν σοβαρολογῶ. Ἐπειδὴ ἐδῶ δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ τὴ φύση, ποὺ αὐτήν, πιστεύω, εἶναι πιὸ σημαντικὸ νὰ τὴ διαλογίζεσαι παρὰ νὰ τὴ βιώνεις· οὔτε κἂν γιὰ τὴν παράδοση. Πρόκειτα γιὰ τὴ βαθύτερη ἐκείνη δύναμη τῶν ἀναλογιῶν ποὺ συνέχει τὰ παραμικρὰ μὲ τὰ σπουδαῖα ἢ τὰ καίρια μὲ τὰ ἀσήμαντα, καὶ διαμορφώνει κάτω ἀπὸ τὴν κατατεμαχισμένη τῶν φαινομένων ἐπιφάνεια ἕνα πιὸ στερεὸ ἔδαφος γιὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι μου — παραλίγο νὰ πῶ ἡ ψυχή μου.

Μέσα σ’ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἶχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἶναι, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο ἁπλῶς σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων.  Εἶναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη.

Θέλω νὰ πιστεύω — καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἀγῶνα της μὲ τὴ γνώση — ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χρώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὔψιλον, ἡ κάθε ὀξεῖα, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.

Εἶναι μιὰ γλῶσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκατονταετίες.  Ὥσπου ἤρθαμ’ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὸν ἀφανίσαμε.  Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ ροκανίσαμε τὴν ἴδια του τὴν ὑπόσταση, τὸν κοινωνικοποιήσαμε, τὸν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω.

Δὲν ἀναφέρομαι σὲ κάποια χαμένη γραφικότητα.  Οὔτε θυμᾶμαι νά ’χω ζήσει σὲ καμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ.  Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν’ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι, νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ’ αὐτὴν τὴν «ὐδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλῆ της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτὸ σὲ ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενῆ φυσική τους ἀλήθεια.  Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανείς, πρέπει νά’ χει περάσει ἀπ’ ὅλες τὶς διεργασίες, ὅσες ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ κεῖται τὸ καίριο.  Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, ἂν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο — κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴν ἐποχή μας γι’ αὐτό — ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ.

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, ποὺ οἱ περισσότεροι ἀδυνατοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὑγεία ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε ν’ ἀρρωστήσουν, ἢ ἐπειδὴ —τὸ χειρότερο— θεώρησαν «καίριο» τὴν ἀρρώστια. Ὁ μηχανισμὸς μιᾶς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ ἀντανακλᾶ πάνω στὴ λογοτεχνία μας, τὴν καταδυναστεύει, τὴν ὑποβάλλει σ’ ἕνα εἶδος παραμορφωτικῆς ἀρθρίτιδας, ποὺ ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς καὶ συνεχοῦς τακτικῆς ἐκλαμβάνεται ὡς ἡ μόνη φυσιολογική.

(Γιὰ μιὰν ὀπτικὴ τοῦ ἤχου [Ἀπὸ τὸ 2x7 ε, Ἴκαρος 1996]).

Θὰ μποροῦσε νά’ ναι μιὰ σονάτα τοῦ Χάυντν, μαζὶ μὲ πλῆθος κυλιόμενα καὶ κρουόμενα μανταρίνια, ἢ παθιασμένα ἐρωτόλογα μὲ μακρινὲς ἐκρήξεις λατομείων. Ἀλλὰ ὄχι.

Ἐμεῖς θὰ πᾶμε σὰν τὴ γλῶσσα ποὺ περνάει ἀπὸ τὸ τρυπητὸ γιὰ ν’ ἀφήσει ἀπ’ ἔξω τ’ ἀπόφλουδα καὶ νὰ βρεθεῖ ποιὸς φταίει καὶ διαπράττει κάθε μέρα τὸ αὐτί μας μιὰν ἀνορθογραφία.

Κάποτε, μιὰ μέρα χειρότερη καὶ τῆς Κυριακῆς, τὸ συνειδητοποίησα!  Ἡ πρωτεύουσα σ’ ὅλο τὸ μάκρος της εἶχε γεμίσει τρύπες. Ὄχι ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἀνοίγουν οἱ ἐργάτες τοῦ Δήμου στοὺς ὑπονόμους. Μιλῶ γιὰ τὶς ἄλλες, πάνω στὶς προσόψεις τῶν ὑψηλῶν κτιρίων, ὅπου προσεκτικὰ στήνονται οἱ ἐπιγραφὲς ἑταιρειῶν, ἱδρυμάτων καὶ καταστημάτων. ΦαρμακεῖΟ, καφενεῖΟ, ΑἱματολογικΟ ΚέντρΟ, ΠαιδαγωγικΟ ἸνστιτοῦτΟ.  Ποὺ ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του.

Στὸ τηλεγραφεῖο τῶν νευμάτων μεγάλη ἀναστάτωση ἐπικρατεῖ σ’ ὅλη τὴ γειτονιά. Μήπως εἶναι κανένας ξένος δάχτυλος τοῦ τύπου NOVA MAKEDONIA, ἢ μήπως τοῦ ’φυγε τοῦ μπογιατζῆ τὸ τελευταῖο ψηφίο καὶ ἔμεινε ἀνολοκλήρωτο ἀπὸ ἀμέλεια ἤ, δὲν ἀποκλείεται, ἀπὸ οἰκονομία;

Μὰ εἶναι δυνατόν;  Νὰ σοῦ φτιάχνει ὁ ράφτης ἕνα ὡραῖο σακάκι ποὺ τὸ ἕνα του μανίκι τοῦ λείπει, κι ἐσὺ νὰ κυκλοφορεῖς μὲ καμάρι, ὅπως ὁ καστρᾶτος ποὺ ἰδίῳ δικαιώματι ἔμπαινε στὰ χαρέμια, κι ἂς τοῦ ἔλειπε κάτι· ζωὴ νά ’χε ὁ σουλτᾶνος.

Φαίνεται πὼς ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν ἔγινε γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ «κάτι δύσκολο ἢ κάτι ὑψηλό». Καθόλου. Ἔγινε γιὰ τὴν εὐκολία μας. «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι», ποὺ ἔλεγαν οἰ παλαιοί.  Πονάει περισπωμένη, βγάζει περισπωμένη· πονάει δασεῖα, βγάζει δασεῖα. Καὶ λαμπρὰ ταιριάζουν ὅλα.

Συγνώμην, ἀλλὰ τὸ σώβρακό σου δὲν τ’ ἀφήνεις νὰ φαίνεται ποτέ του.  Ἀλλὰ τὸ φορεῖς.  Δὲν εἶναι τὸ πρακτικὸ μέρος τῶν πραγμάτων ποὺ πρωτεύει στὴ ζωή μας. Τὰ τρία τέταρτα τῆς ἀνθρωπότητας διαβιοῦν κατὰ λάθος.  Διαγράφουν τὸ περιττόν, καὶ ἂς εἶναι ὡραῖον, κερδίζοντας μερικὰ εἰκοσιτετράωρα πλήξης.  Ἀλλοῦ, μακριά τους στάζει ὁ χυμός, ἔστω καὶ ὡς ἦχος στὰ χείλη μιᾶς θυγατρὸς τοῦ Ὁμήρου.

Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες.  Ὁλαταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε.  Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ’λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό.  Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου.  Ἐκτὸς κι ἂν ἐσὺ εἶσαι ὁ δράστης, ὁπότε ὅσο πιὸ εὐώχυμο εἶναι τὸ ἕνα τόσο δυσαπεικόνιστο εἶναι τὸ ἄλλο.

Μιὰ κοινωνία ὅπου τ’ ἀναγνώσιμα δέντρα γίνονται καὶ πολυφωνικὰ τῆς ἴριδας βρίσκεται ἤδη ἐν ἐξελίξει. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ ἑκάστοτε γεωμέτρης ποιητής, πού ’χει κερδίσει τὸν στέφανο τοῦ ἀνέμου. Ἴσως ὁ νέος Ἀρίων νὰ γεννήθηκε μόλις ἐχθές.

ΥΓ. Μπορεῖ νὰ παραξενεύεται κανεὶς μὲ τὴν ἀπὸ σκοποῦ ἀποχαλινωμένη Κυριακὴ τῆς γραφῆς μου. Δὲν ἔχει ὅμως παρὰ νὰ τὴν ἐξωθήσει ὣς τὸ ἔσχατο ἄκρο της, γιὰ νὰ ἀνατραπεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριά, στὴν τάξη μιᾶς κλασικῆς Δευτέρας.

Friday, August 19, 2011

Greek text display issues on Perseus project's site

I was having a hard time trying to read the ancient Greek texts on the Perseus Project site using either of the web browsers that I'm using, Google's Chrome and Apple's Safari. The Greek text by default is rendered somewhat garbled, making it rather unintelligible. Fortunately the display is configurable. By selecting  `Unicode (combining diacriticals)' instead of the default `Unicode (precombined)', in the display preferences pane on the right of the text, the Greek text becomes much more readable.

Thursday, August 4, 2011

Περὶ καθήκοντος

 Ἀξίζει νὰ γνωρίζῃ κανεὶς τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Σωκράτης, ὅταν ὄντος αὐτοῦ στὸ δεσμωτήριο, λίγο πρὶν ἀποφανθῇ καταδικαστικῶς τὸ δικαστήριο γι’ αὐτόν, ὁ μαθητής του Κρίτων προσελθὼν τοῦ προέτεινε νὰ δραπετεύσῃ καὶ νὰ σωθῇ.  Τὰ λόγια ταῦτα, ἀπὸ δύο καὶ πλέον χιλιάδων ἐτῶν, μᾶς διδάσκουν συντόμως καὶ ἀπαραμίλλως τὸ ὑπέρτατο Καθῆκον:
Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι, καὶ σέβεσθαι δεῖ καὶ μᾶλλον ὑπείκειν καὶ θωπεύειν πατρίδα χαλεπαίνουσαν ἢ πατέρα, καὶ ἢ πείθειν ἢ ποιεῖν ἃ ἂν κελεύῃ, καὶ πάσχειν ἐάν τι προστάττῃ παθεῖν, ἡσυχίαν ἄγοντα, ἐάν τε τύπτεσθαι ἐάν τε δεῖσθαι, ἐάν τε εἰς πόλεμον ἄγῃ τρωθησόμενον ἢ ἀποθανούμενον, ποιητέον ταῦτα, καὶ τὸ δίκαιον οὕτως ἔχει, καὶ οὐχὶ ὑπεικτέον οὐδὲ ἀναχωρητέον οὐδὲ λειπτέον τὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ἐν δικαστηρίῳ καὶ πανταχοῦ ποιητέον ἃ ἂν κελεύῃ ἡ πόλις καὶ ἡ πατρίς, ἢ πείθειν αὐτὴν ᾗ τὸ δίκαιον πέφυκε, βιάζεσθαι δ᾽ οὐχ ὅσιον οὔτε μητέρα οὔτε πατέρα, πολὺ δὲ τούτων ἔτι ἧττον τὴν πατρίδα…
(Πλάτωνος Κρίτων, 51α–51c)

τὸ χωρίον τοῦτο μπορεῖ νὰ ἀποδοθῇ σὲ περισσότερο καθωμιλημένη γλῶσσα ὡς ἑξῆς·
Καὶ μητρὸς καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερον εἶναι ἡ πατρίδα καὶ σεβασμιώτερον καὶ ἱερώτερον καὶ σὲ μεγαλυτέραν ἐκτίμησιν τὴν ἔχουν καὶ οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρώποι, ποὺ ἔχουν νοῦν, καὶ ὅτι νὰ σέβεταί τις πρέπει καὶ μᾶλλον νὰ ὑπακούῃ καὶ νὰ περιποιῆται πατρίδα ὀργιζομένην παρὰ πατέρα, καὶ ἢ νὰ πείθῃ αὐτὴν ἢ νὰ κάμνῃ ὅσα προστάττῃ, καὶ νὰ πάσχῃ, ἐὰν προστάττῃ νὰ πάθῃ τι, ἀγογγύστως, εἴτε νὰ δέρνεται εἴτε εἰς δεσμὰ νὰ βάλλεται, καὶ ἐὰν εἰς πόλεμον ὁδηγῇ ἵνα πληγωθῇ ἢ ἀποθάνῃ, πρέπει νὰ πράττῃ ταῦτα, καὶ τὸ δίκαιον ἔτσι ἔχει, καὶ ὄχι νὰ ὑποχωρῇ οὐδὲ νὰ ἀναχωρῇ οὐδὲ νὰ λιποτακτῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ἐν δικαστηρίῳ καὶ πανταχοῦ πρέπει νὰ κάμνῃ ὅσα ἂν προστάττῃ ἡ πόλις καὶ ἡ πατρίδα, ἢ νὰ πείθῃ αὐτὴν πῶς ἔχει ἐκ φύσεως τὸ δίκαιον, ἀλλὰ διὰ τῆς βίας νὰ ἐξαναγκάζῃ δὲν εἶναι θεμιτὸν οὔτε μητέρα οὔτε πατέρα, πολὺ δὲ τούτων ἀκόμη ὀλιγώτερον τὴν πατρίδα… 
Γιὰ τὸ μὲν πρωτότυπο κείμενο συμβουλεύθηκα βιβλία τῆς ἠλεκτρονικῆς βιβλιοθήκης Ἀνέμη, (συγκεκριμένα τὰ βιβλία τοῦ Παν. Κουπιτώρη, 1915, 1879) καὶ τὰ κείμενα τοῦ προγράμματος «Περσέως» τοῦ πανεπιστημίου Tufts, τόσο τὸ Ἑλληνικὸ κείμενο ὅσο καὶ τὸ Ἀγγλικό. Ἔκαμα ἔπ᾽ ἴσης κάποιες ἐλάχιστες τροποποιήσεις, ὅπου ἔκρινα ὅτι τὸ κείμενο τοῦ Κουπιτώρη ἦτο ὑπερβολικὰ λόγιο γιὰ τὶς σημερινὲς συνθῆκες.


Περὶ δημοκρατίας

Κατὰ τὰ τελευταῖα τοῦ βίου ἔτη, δηλαδὴ περὶ τὰ μέσα τῆς τετάρτης πρὸ Χριστοῦ ἑκατονταετηρίδος, ἰδὼν ὁ γηραιὸς Ἰσοκράτης τὸ πολίτευμα τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος, τῆς Ἀθήνας, εἰς ἄκρατον Δημοκρατίαν, δηλαδὴ εἰς ὀχλοκρατίαν καὶ πονηροκρατίαν περιελθόν, συνέταξε τὸν Ἀρεοπαγιτικόν του λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον συμβουλεύει τοὺς Ἀθηναίους νὰ παλινορθώσουν τὴν ἐπὶ Σόλωνος καὶ Κλεισθένους σώφρονα Δημοκρατίαν, καὶ στὴν ἐκπεσοῦσα τοῦ Ἀρείου Πάγου Βουλὴν νὰ δώσουν τὴν ἰσχὺν, ποὺ εἶχε καὶ πρῶτα. Ἀλλ᾽ οἱ κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς τυραννίας τῶν Τριάκοντα διαφθαρέντες καὶ ἔκλυτοι γενόμενοι Ἀθηναῖοι, δὲν εἶχαν διάθεσι νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸν σώφρονα, ἐγκρατεῖ καὶ αὐστηρὸ βίον ἐκεῖνον.  Γι᾽ αὐτὸ ἡ φωνὴ τοῦ φιλοσόφου ῥήτορος ἔμεινε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Μετ᾽ οὐ πολὺ, τὸ ἔτος 338 π.Χ., στὴν Χαιρώνεια,  οἱ δοῦλοι τῶν ἰδίων παθῶν Ἀθηναῖοι ἀπώλεσαν τὴν ἀνεξαρτησία τους, καὶ μόνη ἡ τῶν προγόνων τους ἀρετὴ καὶ δόξα ἀπέτρεψε τότε τὴν παντελῆ καταστροφή τους ἀπὸ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρο. 

Λέγει λοιπὸν ὁ Ἰσοκράτης στὸν εἰρημένο λόγο περὶ τῆς σώφρονος Δημοκρατίας:
Οἱ γὰρ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ᾽ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ᾽ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ᾽ ἐξουσίαν τοῦ πάντα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν.
           (Λόγος Ἀρεοπαγιτικός, παράγραφος 20. Ἐκ τοῦ προγράμματος «Περσέως» τοῦ Ἀμερικανικοῦ πανεπιστημίου Tufts.)

τὸ ὁποῖον σὲ περισσότερο καθωμιλημένη γλῶσσα μπορεῖ ν᾽ ἀποδοθῇ ὡς ἑξῆς· (ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι αὐτούσια ἡ μετάφρασις τοῦ σχολικοῦ βιβλίου τῆς β´ τάξεως τοῦ γυμνασίου τοῦ ἔτους 1893· «Ἰσοκράτους λόγοι», Ἀ. Τσάτσου, τόμος Β´. Ἐκ τῆς ἠλεκτρονικῆς βιβλιοθήκης τῆς Ἀνέμης).

Οἱ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες ἐγκαθίδρυσαν πολιτείαν ὄχι προσαγορευομένην μὲν μὲ ὄνομα τὸ κοινότατο καὶ πραότατο τῶν ὀνομάτων, μὴ φαινομένην δὲ τέτοια ἐπὶ τῶν πράξεων εἰς τοὺς πολιτευομένους κατ᾽ αὐτήν· οὐδὲ τέτοιαν, ποὺ τοιουτοτρόπως ἐξεπαίδευε τοὺς πολίτας, ὥστε νὰ νομίζουν τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ ἀθυροστομίαν ἰσονομίαν, τὴν δὲ ἐξουσίαν τοῦ νὰ ποιοῦν τὰ πάντα εὐδαιμονίαν· ἀλλὰ πολιτείαν, ἡ ὁποία μισοῦσα καὶ τιμωροῦσα τοὺς τοιούτους, ἅπαντας τοὺς πολίτας καλλιτέρους ἑαυτῶν καὶ σωφρονεστέρους ἐποίησε.

Νομίζω ὅτι σήμερα οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἔχουμε πολλὰ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἰσοκράτους, ἂν δὲν θέλουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ἀπολέσουμε τὴν ἀνεξαρτησία μας καθὼς οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι τότε._