Friday, August 26, 2011

Ἕνας Ἕλληνας—ὁ Μακρυγιάννης


Ἤθελα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸν Μακρυγιάννη, τὸν ἥρωα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Εὐθὺς ὡς ἄρχισα νὰ διαβάζω τὰ ἀπομνημονεύματά του, πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ἐκέρδησε τὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμασμό μου μπορῶ νὰ πῶ. Τόσο μὲ τὸ περιεχόμενό τους, ὅσο καὶ μὲ τὴν γλῶσσα τους, τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη μὲ γοήτευσαν καὶ μὲ συνεκίνησαν πολύ.  Ὁ Μακρυγιάννης ἦταν ἀσφαλῶς ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικωτάτους ἀγωνιστὲς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ποὺ ἔδωσε σκληροὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῆς Ἑλλάδος, καὶ πλήρωσε τίμημα βαρὺ γι’ αὐτό.  Ὅμως τὰ διδάγματα τῶν ἀπομνημονευμάτων του ξεπερνοῦν τὰ ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀφηγήσεως κάποιων ἱστορικῶν γεγονότων. Ὁ Μακρυγιάννης σὲ πολλὰ σημεῖα αὐτῶν θίγει καὶ πραγματεύεται τὰ αἴτια τῶν δεινῶν, ποὺ ἐμάστιζαν τότε, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς, τολμῶ νὰ πῶ, ἀκόμη καὶ σήμερον τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ πῶς τελειώνουν τὰ ἀπομνημονεύματά του·

Κι’ ὅσα σημειώνω τὰ σημειώνω γιατὶ δὲν ὑποφέρνω νὰ βλέπω τὸ ἄδικον νὰ πνίγῃ τὸ δίκιον. Διὰ ’κεῖνο ἔμαθα γράμματα εἰς τὰ γεράματα καὶ κάνω αὐτὸ τὸ γράψιμον τὸ ἀπελέκητο, ὅτι δὲν εἶχα τὸν τρόπον ὄντας παιδὶ νὰ σπουδάξω· ἤμουν φτωχὸς κ’ ἔκανα τὸν ὑπηρέτη καὶ τιμάρευα ἄλογα κι’ ἄλλες πλῆθος δουλειὲς ἔκανα νὰ βγάλω τὸ πατρικό μου χρέος, ὁποῦ μᾶς χρέωσαν οἱ χαραμῆδες, καὶ νὰ ζήσω κ’ ἔγὼ σὲ τούτην τὴν κοινωνίαν ὅσο ἔχω τ’ ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ σῶμα μου.  Κι’ ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κάμῃ νεκρανάστασιν εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ τὴν λευτερώσῃ ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τῶν Τούρκων, ἀξίωσε κ’ ἐμένα νὰ δουλέψω κατὰ δύναμη λιγώτερον ἀπὸ τὸν χερώτερον πατριώτη μου Ἕλληνα.  Γράφουν σοφοὶ ἄντρες πολλοὶ, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι καὶ ξένοι διαβασμένοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα — ἕνα πρᾶμα μόνον μὲ παρακίνησε κ’ ἐμένα νὰ γράψω, ὅτι τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζὶ, καὶ σοφοὶ κι’ ἀμαθεῖς καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι· ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθεὶς, ἔχομεν νὰ ζήσωμεν ἐδῶ.  Τὸ λοιπὸν δουλέψαμεν ὅλοι μαζὶ, νὰ τὴν φυλᾶμεν κι’ ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ μὴν λέγῃ οὔτε ὁ δυνατὸς «ἐγὼ», οὔτε ὁ ἀδύνατος.  Ξέρετε πότε νὰ λέγῃ ὁ καθεὶς «ἐγώ»;  Ὅταν ἀγωνιστῇ μόνος του καὶ φκειάσῃ, ἢ χαλάσῃ, νὰ λέγῃ ἐγώ· ὅταν ὅμως ἀγωνίζονται πολλοὶ καὶ φκειάνουν, τότε νὰ λένε «ἐμεῖς».  Εἴμαστε εἰς τὸ ἐμεῖς κι’ ὄχι εἰς τὸ «ἐγώ».  Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μάθωμεν γνώση, ἂν θέλωμεν νὰ φκειάσωμεν χωριὸν, νὰ ζήσωμεν ὅλοι μαζί.  Ἔγραψα γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, νὰ ἰδοῦνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ν’ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν πατρίδα τους, διὰ τὴν θρησκεία τους, νὰ ἰδοῦνε καὶ τὰ παιδιά μου καὶ νὰ λένε· «Ἔχομεν ἀγῶνες πατρικοὺς, ἔχομεν θυσίες», ἂν εἶναι ἀγῶνες καὶ θυσίες.  Καὶ νὰ μπαίνουν σὲ φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐργάζωνται εἰς τὸ καλὸ τῆς πατρίδας τους, τῆς θρησκείας τους καὶ τῆς κοινωνίας.  Ὅτι θὰ εἶναι καλὰ δικά τους.  Ὄχι ὅμως νὰ φαντάζωνται γιὰ τὰ κατορθώματα τὰ πατρικὰ, ὄχι νὰ πορνεύουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταπατοῦν τὸν νόμον καὶ νἄχουν τὴν ἐπιρροὴ γιὰ ἱκανότη.

Ἀξίζει ἐπίσης νὰ ἀναφερθῇ ἡ γνώμη τοῦ Γιώργου Σεφέρη (Νόμπελ λογοτεχνίας 1963) περὶ τοῦ Μακρυγιάννη καὶ τῶν ἀπομνημονευμάτων του, ὡς λογοτεχνήματος (Ἕνας Ἕλληνας — ὁ Μακρυγιάννης, κεφάλαιο 3)·

Θὰ ἤθελα τώρα προτοῦ τελειώσω, νὰ συνοψίσω τὴ γνώμη μου γιὰ τὴν ἀξία τοῦ βιβλίου τοῦ Μακρυγιάννη.  Ἀκούσατε λίγες περικοπές του.  Εἶναι ἐλάχιστες καὶ ἀνεπαρκεῖς.  Ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσουν ὁπωσδήποτε μιὰ μικρὴ βάση γιὰ νὰ κρίνετε τὴν ἰδέα μου, ποὺ εἶναι ἡ ἀκόλουθη:  Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατὶ ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.

No comments:

Post a Comment